Contemporary Photography Month
Contemporary Photography Month

Contemporary Photography Month

Contemporary Photography Month


15 April – 5 May  |  15 Απριλίου – 5 Μαΐου

Ακολουθεί κείμενο στην ελληνική

———————————————————————————————————————————————————


The death of snapshots


A few old, black and white photographs, taken at a studio during the 50s, are displayed in their faded-out frames on the furniture in the corner of the living room: One from grandparents’ wedding day, a family shot with their children some years later, and a few portraits of the members of the family all during their youth days.[1] The poses are stiff and unnatural and the faces bare no expression with some occasional fake smiles… The only hint to the subject’s character is admitted through their sometimes frightened and sometimes unsuspecting eyes. In all the images, the backdrop is the same with slight alterations: A wallpaper, which is sometimes illuminated and other times remains in the darkness. The composition of the presentation of the photographs is referential to the aesthetics of a mausoleum. And then, one finds the home-made family snapshot of the 80s, full of movement and feeling, capturing every insignificant or great family moment. These, each printed in faded colours that seem to have passed through a yellowish filter, evoke narratives of events that unfolded during certain moments. The entirety of these photographs mark the historical beginning of local art photography.

This intimacy, which one finds in family shots distinctive of an era, is encountered in the works of the five photographers (Andros Efstathiou, Giorgos Ioannou, Stelios Kallinikou, Panagiotis Mina and Rebecca Taki) who present their works in the exhibition “Contemporary Photography Month”, 2011. This familiarity is understood here as an unparalleled style, which puts the works of these five photographers in the sphere of high art. Composition, non-linear narration, metonymies[2] and aesthetics have leading roles.

Working at times with traditional film, and sometimes with the modern digital camera, these artists share their ways of seeing: poetic, narrative, subversive. The outcome presented here before you is not due to the accidental pressing of the button, nor is it due to fortunate coincidences; it is the conscious recording of a vision. Each one of the five photographers acts differently – and this is apparent when looking at each one’s series of works.

Rebeca Taki directs paradoxical situations, which aim at caustically commenting on sociopolitical tendencies. She addresses issues of power and law, trying to determine the role of the victim, as well as that of the perpetrator. Taki finds herself wondering: “Does the fittest survive in the end, or not?”. Shifting the viewer’s sight, one will be transported to a public space by Stelios Kallinikou’s images. During a parade he manages to capture stereotypes of a (national) reality: The person who is fed up but chooses not to speak up, is recognised in the face of the student who seems to wait and wither; the will-less person who (blindfoldedly) obeys, is recognised in the figure of young boy dressed as a soldier; those who are indifferent, are seen in the photographs of the girls posing as if being photographed for a fashion magazine. Although this particular series of images is classified as journalistic photography however, the entirety of Kallinikou’s work reveals a poetic predisposition.

It is precisely the abovementioned predisposition that is recognisable in Giorgos Ioannou’s and Panagiotis Mina’s images. Ioannou supports the notion that everything has more than a mere dimention; it is this notion which he deals with in his work. He takes the photographs of outcasts who may come across as caricaturesque gimmicks, but are in reality sincerities from everyday life. In doing so, Ioannou attempts to illustrate the different realities which exist in every society. Oxymoron and burlesque situations pop up in every frame. Whether one is aware of the stories of the people portrayed in the images, or whether one makes these stories up based on mere speculations by data derived from the photographs, the resulting narratives give the viewer a unique pleasure. Panagiotis Mina’s images cannot but be described as the overtone of an overloaded and surrealistic event, of a drunken summer or a pleasantly subversive evening. Pictures that seem to have been shot in a past decade, with details reminiscent of exotic travel and delusions, are left within the frame to make up an oneiric narrative. In the age of digital technology, Mina frequently chooses to work on film: “I like to forget what I captured and to surprise myself once the film has been developed.” Lending his aesthetical sight to the viewer, he transports one to his own personal cosmos.

And last, with subversion in photography and the narration this creates as his dominant style, Andros Efstathiou has no boundaries when it comes to his art. Making up his own “Dorothy” and placing her in his own story, Efstathiou constructs, deconstructs and reconstructs almost insane situations: In a characteristically recognizable space -long gone- appears a female figure as if cut from another image and pasted onto the one before the viewer. Mysticism and theatricality, remain the dominant elements in the artist’s work.

Photography can be the of a recording character, or the beautification of a composition. The spectator’s narrations for each image -and each one the five series of images- lie in the aesthetics and the themes of the art of each photographer. Consequently, every photograph evokes a unique dialogue and an idiosyncratic narration for each viewer. Images can communicate a feeling more vividly than written or spoken words ever could.



Maria Efstathiou



[1] Christian Boltanski had stated that for something to have been captured on film, it must have indisputably existed. Hence, the family stories are exhibited so as not to be forgotten.

[2] As Victor Burgin had written, the “reading” of a photograph occurs through a non-linear narration, through metonymies and atemoral pans and swifts.


_________________________________________________________________________________________


Ο θάνατος των ενσταντανέ

Στο καθιστικό, στο έπιπλο στο βάθος, στέκονται κάτι παλιές, μαυρόασπρες φωτογραφίες μέσα στις ξύλινες, ξεθωριασμένες φωτογραφοθήκες τους, τραβηγμένες σε στούντιο του ’50: Μια από την μέρα του γάμου των παππούδων, μια οικογενειακή με τα παιδιά τους κάποια χρόνια αργότερα, και μερικά πορτραίτα των μελών της οικογένειας, όλοι σε νεαρή ηλικία[1]. Οι πόζες βαριές και αφύσικες, και τα πρόσωπα άχρωμα και ανέκφραστα ή και μερικές φορές με ένα «φορεμένο», τυπικό χαμόγελο… Η μόνη νύξη για κάποιο κομμάτι του χαρακτήρα των ατόμων-θεμάτων έρχεται μέσα από τα άλλοτε φοβισμένα και άλλοτε ανυποψίαστα μάτια τους. Το φόντο σε όλες τις φωτογραφίες, είναι το ίδιο με μικρές παραλλαγές: Μια ταπετσαρία τοίχου που ενίοτε φωτίζεται και άλλοτε παραμένει σκοτεινή. Η σύνθεση παρουσίασης του συνόλου των φωτογραφιών παραπέμπει στην αισθητική ενός μαυσωλείου. Έπειτα υπάρχουν και τα home-made οικογενειακά ενσταντανέ της δεκαετίας του ’80, με κίνηση και αίσθημα, που απαθανατίζουν την κάθε μικρή και ασήμαντη ή και μεγάλη οικογενειακή στιγμή. Αυτές, η κάθε μια σε ξεθωριασμένα χρώματα που μοιάζουν να πέρασαν από ένα κιτρινιασμένο φίλτρο, φέρνουν στο νου αφηγήσεις γεγονότων. Όλες αυτές οι φωτογραφίες, στο σύνολό τους στιγματίζουν την ιστορική αρχή της εγχώριας φωτογραφικής τέχνης.


Κάτι από αυτή την οικειότητα των οικογενειακών φωτογραφιών της κάθε εποχής, συναντά ο θεατής στα έργα των πέντε φωτογράφων (Άντρος Ευσταθίου, Γιώργος Ιωάννου, Στέλιος Καλλινίκου, Παναγιώτης Μηνά και Ρεβέκκα Τάκη) που παρουσιάζουν έργα τους στην έκθεση «Μήνας σύγχρονης φωτογραφίας», 2011. Η οικειότητα αυτή μεταφράζεται εδώ σε ένα απαράμιλλο ύφος που καθιστά τα έργα των εν λόγω φωτογράφων κομμάτια υψηλής τέχνης. Η σύνθεση, η μη-γραμμική αφήγηση, οι μετωνυμίες[2] και η αισθητική έχουν πρωταρχικούς ρόλους.


Δουλεύοντας άλλοτε με το πατροπαράδοτο φιλμ, και ενίοτε με την μοντέρνα ψηφιακή μηχανή, οι εν λόγω καλλιτέχνες παραθέτουν τις δικές τους ματιές: Ποιητικές, αφηγηματικές, ανατρεπτικές. Δεν πρόκειται για το τυχαίο πάτημα του κουμπιού της φωτογραφικής μηχανής, ούτε και για ευτυχείς συγκυρίες, αλλά για τη συνειδητή καταγραφή ενός οράματος. Ο καθένας από τους πέντε φωτογράφους λειτουργεί διαφορετικά, και αυτό φαίνεται στο αποτέλεσμα της κάθε σειράς φωτογραφιών.


Σκηνοθετώντας παράδοξες καταστάσεις που σκοπό έχουν να καυστηριάσουν κοινωνικοπολιτικές τάσεις, η Ρεβέκκα Τάκη πραγματεύεται ζητήματα εξουσίας και δικαίου, προσπαθώντας να προσδιορίσει το ρόλο του θύματος, αλλά και αυτόν του θύτη. Σε κάποια στιγμή αναρωτιέται: «Τελικά επιβιώνει ο δυνατότερος ή όχι;». Έπειτα, ο Στέλιος Καλλινίκου μεταφέρει τους θεατές σε ένα δημόσιο χώρο. Σε μια παρέλαση καταφέρνει να απαθανατίσει τύπους μιας (εθνικής) πραγματικότητας: Τον τύπο που απηύδησε αλλά επιλέγει να μην μιλήσει, τον βλέπουμε στο μαθητή που φαίνεται να περιμένει με το παράπονο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο˙ τον άβουλο τύπο που ακολουθεί πιστά (και πάνω απ’ όλα τυφλά), τον βλέπουμε στον μικρό που έχει ντυθεί στρατιώτης˙ τους όσους αδιαφορούν, αναγνωρίζουμε στις φωτογραφίες των κοριτσιών που ποζάρουν σαν να ήταν μπροστά από τον φακό περιοδικού μόδας. Αν και η συγκεκριμένη σειρά κατατάσσεται στη δημοσιογραφική φωτογραφία, εντούτοις το σύνολο της δουλειάς του Καλλινίκου προδίδει μια ποιητική διάθεση.


Αυτήν ακριβώς τη διάθεση αναγνωρίζει κανείς και στα έργα του Γιώργου Ιωάννου και του Παναγιώτη Μηνά. Για τον Ιωάννου, όλα έχουν περισσότερες από μια όψεις, την οποία ιδέα και πραγματεύεται στη δουλειά του. Φωτογραφίζοντας περιθωριακούς τύπους που κάποτε φαντάζουν ως καρικατουροειδείς τεχνάσματα, αλλά δεν παύουν να είναι ειλικρινείς και αληθινές μεταφορές από την καθημερινότητα, ο Ιωάννου επιδιώκει να σκιαγραφήσει τις διάφορες πραγματικότητες που υπάρχουν στην κάθε κοινωνία. Οξύμωρες και burlesque καταστάσεις ξεπετάγονται στα πλαίσια κάθε κάδρου. Είτε γνωρίζει κανείς τις ιστορίες των ατόμων στις φωτογραφίες, είτε τις πλάθει βασιζόμενος σε απλές εικασίες από στοιχεία που αντλεί από τις φωτογραφίες, οι αφηγήσεις που προκύπτουν δίνουν στον θεατή μια ιδιόμορφη ευχαρίστηση. Οι εικόνες του Παναγιώτη Μηνά δεν μπορούν παρά να χαρακτηριστούν ως ο απόηχος ενός φορτισμένου και σουρεαλιστικού γεγονότος, ενός μεθυσμένου καλοκαιριού ή μιας ευχάριστα ανατρεπτικής νύχτας. Στιγμιότυπα που φαίνονται να τραβήχτηκαν σε μια προηγούμενη δεκαετία, με λεπτομέρειες που θυμίζουν εξωτικά ταξίδια και παραληρήματα, αφήνονται εντός του πλαισίου της κορνίζας για να συνθέσουν μια ονειρική αφήγηση. Στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας, o Μηνά επιλέγει συχνά να δουλεύει με φιλμ γιατί, όπως δηλώνει: «Μου αρέσει να ξεχνάω τι τράβηξα και να ξαφνιάζω τον εαυτό μου έπειτα, όταν το φιλμ εμφανιστεί». Με την αισθητική του, μεταφέρει τον θεατή σε προσωπικούς του κόσμους, δανείζοντάς του τη δική του ματιά.


Και τέλος, με κυρίαρχο ύφος του την ανατροπή στη φωτογραφία και την αφήγηση που συνθέτει αυτή, ο Άντρος Ευσταθίου κινείται χωρίς φραγμούς στην τέχνη του. Πλάθοντας τη δική του «Ντόροθυ» και τοποθετώντας την στο δικό του παραμύθι, ο Ευσταθίου κατασκευάζει, αποδομεί και ανασυνθέτει σχεδόν παρανοϊκές καταστάσεις: Σε ένα χαρακτηριστικά αναγνωρίσιμο χώρο -νεκρό από καιρό- εμφανίζεται μια γυναικεία μορφή που μοιάζει σαν να την έβγαλαν από μια άλλη εικόνα και να την κόλλησαν στον στείρο χώρο. Ο μυστικισμός και η θεατρικότητα, παραμένουν δεσπόζοντα στοιχεία στο έργο του καλλιτέχνη.


Η φωτογραφία μπορεί να εμπίπτει σε έναν καταγραφικό χαρακτήρα ή, ακόμα, και στην απλή ωραιοποίηση μιας σύνθεσης. Οι αφηγήσεις του θεατή για την κάθε εικόνα -και για την κάθε μια από τις πέντε σειρές εικόνων- βρίσκεται στο αισθητικό αποτέλεσμα της τεχνικής του κάθε φωτογράφου και στη θεματολογία. Συνεπώς, η κάθε φωτογραφία προκαλεί έναν μοναδικό διάλογο και μια ιδιότυπη αφήγηση για κάθε θεατή. Οι εικόνες μπορούν -καλύτερα από τον γραπτό ή ακόμα και τον προφορικό λόγο- να περιγράψουν το κάθε αίσθημα.



Μαρία Ευσταθίου



[1] Ο Christian Boltanski είχε πει πως όταν κάτι έχει καταγραφεί σε μια φωτογραφία τότε αναμφισβήτητα έχει υπάρξει. Έτσι, και οι ιστορίες των οικογενειών εκτίθενται για να μην ξεχνιούνται.

[2] Όπως είχε γράψει ο Victor Burgin, η «ανάγνωση» μιας φωτογραφίας γίνεται μέσω μιας μη-γραμμικής αφήγησης, μέσω μετωνυμιών και αχρονικών «διαβάσματων».



Comments are closed.